κάθισμα


κάθισμα
[катизма] ουσ. о. сиденье, стул,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κάθισμα" в других словарях:

  • κάθισμα — το 1) седален – наименование, противоположное акафисту, обозначает песнопение, во время которого верующим позволялось садиться и слушать сидя то или другое чтение. Седалены положены после кафизм на утрени, после полиелея, после 3 й песни канона… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • κάθισμα — part on which one sits neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κάθισμα — το (AM κάθισμα) [καθίζω] το έπιπλο ή το μέρος πάνω στο οποίο κάθεται κάποιος, έδρα, θέση, καρέκλα, έδρανο («όλα τα καθίσματα ήταν γεμάτα») νεοελλ. 1. ο τρόπος που κάθεται κάποιος («προκλητικό κάθισμα») 2. καθίζηση εδάφους ή οικοδομήματος,… …   Dictionary of Greek

  • κάθισμα — το 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καθίζω, ο τρόπος που κάθεται κάποιος: Τι προκλητικό κάθισμα είναι αυτό! 2. κατολίσθηση, βούλιαγμα: Αυτή η πολυκατοικία έπαθε ένα μικρό κάθισμα. 3. καρέκλα, θρανίο, σκαμνί κ.ά. Δεν υπάρχουν καθίσματα για… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανάκλιντρο — Κάθισμα ειδικής κατασκευής που χρησιμοποιείται για κατάκλιση. Τα α. έχουν ποικιλία σχημάτων και υλικών. Στην αρχαιότητα τα α. είχαν προσκέφαλο για να κρατιέται το κεφάλι ψηλά και ήταν απαραίτητα καθίσματα στα συμπόσια. Μετά την Αναγέννηση,… …   Dictionary of Greek

  • καθισμάτων — κάθισμα part on which one sits neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθίσμασι — κάθισμα part on which one sits neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθίσματα — κάθισμα part on which one sits neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθίσματι — κάθισμα part on which one sits neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθίσματος — κάθισμα part on which one sits neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)